Με την αποδοχή του χριστιανισμού από τη Ρωσία του Κιέβου το 988 άρχισε να διαμορφώνεται η ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση, που επηρέασε καθοριστικά τη θρησκευτική και πολιτισμική ιστορία των ανατολικοσλαβικών λαών.
Στους αιώνες που ακολούθησαν η εκκλησιαστική ζωή αναπτυσσόταν σε στενή αλληλεπίδραση με την κρατική εξουσία. Η αλληλεπίδραση αυτή επέτρεπε την ίδρυση μοναστηριών, σχολείων και ναών και την ανάπτυξη της παιδείας, αλλά ταυτόχρονα έκανε τους εκκλησιαστικούς θεσμούς εξαρτημένους από τις πολιτικές συνθήκες.
Αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό στη Ρωσική Αυτοκρατορία, όταν ο Μέγας Πέτρος κατήργησε την πατριαρχική διοίκηση και ιδρύθηκε το 1721 η Αγιωτάτη Διοικούσα Σύνοδος.
Για σχεδόν δύο αιώνες η εκκλησιαστική διοίκηση λειτουργούσε μέσα στο πλαίσιο του κρατικού συνοδικού συστήματος.
Στις αρχές του 20ού αιώνα ενισχύθηκε ανάμεσα στον ορθόδοξο κλήρο, στους θεολόγους και στους λαϊκούς ο πόθος για ανανέωση της εκκλησιαστικής ζωής, για αποκατάσταση της συνοδικότητας και για ευρύτερη συμμετοχή των ενοριακών κοινοτήτων στη διοίκηση της Εκκλησίας.
Η Πανρωσική Τοπική Σύνοδος του 1917–1918 υπήρξε μία από τις σημαντικότερες απόπειρες να ξανασκεφτεί η Εκκλησία τη συγκρότησή της. Σε αυτήν συζητήθηκαν μεταρρυθμίσεις της επισκοπικής και της ενοριακής διοίκησης, της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, του ιεραποστολικού έργου και των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους.
Πολλές από τις μεταρρυθμίσεις αυτές, ωστόσο, διακόπηκαν από την επανάσταση, τον Εμφύλιο Πόλεμο και τις διώξεις που ακολούθησαν.